Κεντρική σελίδα Το άθεο φως της ιστορίας ...

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ : Οι ποιητές των ποιητών δεν ήταν ποιητές /Los poetas de poetas poetas no fue

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Γενιά μου ανάπηρη κοίτα σε μένα

την κατάντια σου σα σε καθρέφτη και

χειρονόμα όπως εγώ με δίχως χέρια

δίχως ασπίδα δίχως αύριο


ΛΕΦΤΕΡΗΣ  ΠΟΥΛΙΟΣ




΄Οταν η νύχτα

γεννάει

νύχτα

και

το

μηδέν

παράγει

μηδενικά

σε

ρείθρο

της

Σόλωνος

αποστεωμένη

ποίηση

τραγουδάει

και

Ο

Χαρούλης

Βραβεύει

Κωστάκη

Ο Κωστάκης

Βραβεύει

Κικίτσα

Η Κικίτσα

Βραβεύει

Αντώνη

Ο Αντώνης

Βραβεύει

Θανάση

Ο Θανάσης

Βραβεύει

Γιάννη

Λευτέρη

Γιώργο

κου λου που

κου λου που

και 

η 

ποίηση

αγάπη 

μου

με τόσο

γλείψιμο

γλίστρησε

έξω

από

τη 

ρίμα .


Διογένης Γαλήνης

15-8-2011



ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ : ΑΝΕΡΓΟΙ

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Του εργοστασίου η πόρτα είναι από σίδερο . ΄Εχει

στο μέσο δυο κάγκελα . Πίσω απ' τα κάγκελα

δυο μάτια που σφάζουν . Ο επιστάτης κοιτάζει

την ουρά των ανθρώπων που στέκονται απ' έξω -

μια σειρά σταυρωμένα χέρια και πρόσωπα .

Κάνουν μια κίνηση όλοι μαζί ,

στυλώνουν τ' αυτιά , κρατούν την ανάσα ν' ακούσουν .

<< Μεσημέριασε . Ο κύριος διευθυντής δεν θα ρθει .

Αύριο πάλι . Πρωί . Πιο πρωί >> .

Και φεύγουν σκυφτοί . Περπατώντας , κοιτάζουνε γύρω τους ,

σα να ψάχνουνε όχι να ψάξουν για τίποτα .

Να ρίξουν τα χέρια τους .





ANNE SEXTON : OI ΒΟΜΒΙΣΤΕΣ

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011



Είμαστε η Αμερική

Είμαστε αυτοί που τα φέρετρα γιομίζουν

Είμαστε μπακάληδες θανάτων .

Τους συσκευάζουμε σε καφάσια σαν σκουπίδια


Η μπόμπα ανοίγει σαν κουτί παπουτσιών .

Και το παιδί ;

Το παιδί δεν χασμουριέται βέβαια .

Και η γυναίκα ;

Η γυναίκα λούζει την καρδιά της .

Της την ξεκόλλησαν

κι επειδή είναι καμένη

και σαν μια πράξη τλευταία

την ξεπλένει στο ποτάμι .

Αυτό ε΄ναι το παζάρι του θανάτου .


Αμερική

που είναι τα δικαιολογητικά σου ;


πηγή : Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές

η φώτο : Anchorage Stream

GREGORY CORSO : OΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΟΤΟΣΤΟΠ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟ

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

 

1930- 7.1.2001


Και βέβαια προσπάθησα να του το πω

αλλά εκείνος στροβίλισε το κεφάλι του

χωρίς καμιά δικαιολογία .

Του ' πα ότι ο ουρανός κυνηγάει τον ήλιο

χαμογέλασε και είπε :

Ποιο το όφελος .

΄Ενιωθα σα δαίμονας πάλι

΄Ετσι είπα : Αλλά το πέλαγο κυνηγάει το ψάρι .

Τούτη τη φορά γέλασε και είπε :

Φαντάσου τη φράουλα χωμένη στο βουνό .

Μετά απ' αυτό ήξερε πια

ότι ο πόλεμος είχε αρχίσει .

Και πολεμήσαμε .

Είπε : Το κάρο με τα μήλα

σαν άγγελος σκουπόξυλο

σπάει και σχίζει

Ολανδέζικα ξυλοπάπουτσα -

Είπα : Κεραυνός θα χτυπήσει τη γριά βαλανιδιά

και θα ελευθερώσει τους ατμούς .

Είπε : Δρόμος τρελός χωρίς όνομα !

Είπα : Φαλακρέ φονιά ! Φαλακρέ φονιά ! Φαλακρέ φονιά !

Είπε , τρελός από θυμό :

           Σόμπες ! Γκάζι ! Καναπές !

Εγώ είπα χαμογελώντας μόνο :

            Ξέρω πως ο Θεός θα ' στρεφε την κεφαλή του

            αν ήσυχα καθόμουν να σκεφτώ .

Τελειώσαμε λιώνοντας αργά

μιλώντας αέρα .


Πηγή : Σύγχρονοι Αμερικάνοι Ποιητές

Μετάφραση :ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ -ΡΟΥΚ

Η φώτο από : WIKIPEDIA

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ : ΣΠΟΥΔΗ ΤΩΝ ΚΑΝΤΟ Ι-ΧΧΧ

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Ezra Pound


1885 - 1972


ΧΧΧ


ΤΗ θυμωμένη αντιγνωμιά της άκουσα μια μέρα

Να τραγουδά η ΄Αρτεμις , η ΄Αρτεμις θεά μου

Και να μιλά πικρόλογα , να λέει της Ευσπλαχνίας :

Σπλάχνα σφάζει τις νύμφες μου

Σπλάχνα μαραίνει δάση ,

Και στο κακό χαρίζεται ,

Λερώνει τον Απρίλη .

Και στη σπλαχνιά είν ' η πηγή κι η ρίζα κι η αιτία .

Κι αν τώρα δε μ' ακολουθούν τα ζωντανά στη πλάση

Είν ' η σπλαχνιά και τα κρατά ,

Που φονικό δε θέλει .

Καιροί όπου όλα γίνανε και μένουν κακή φυρά

Και καθαρή μοίρα κανείς δε ζητά , δε γυρεύει ,

Φύρα μόνο σπλαχνίζονται

Που τα στρεβλά θεριεύει

Κι οι σαιτιές μου δε χτυπούν να ρίξουν , δε θερίζουν .

Και τίποτα δεν πέφτει χτυπημένο πια ,

Μόνο σαπίζουν όλα .


Στην Πάφο , τότε

                           άκουσα επίσης :

...γιατί δεν πάει να παίξει με τα νιάτα του ΄Αρη

Παρά πονάει σπλαχνικά έναν τρελό σακάτη ,

Φροντίζει τη φωτιά του και

Τη χόβολη ζεσταίνει .


Ο χρόνος είναι το κακό . Κακό .

                                Μια μέρα κι άλλη μέρα

Πήγαινε ζαλισμένος ο νεαρός Πέντρο

                                 μια μέρα κι άλλη μέρα

Με δολοφονημένη την Ινές .


Και ήρθανε οι αρχόντοι στη Λισμπόα

                                                 μια μέρα κι άλλη μέρα

Τιμής ένεκεν . Καθισμένοι εκεί

                                                νεκρά βλέμματα .

Κάτω απ' το στέμμα τα νεκρά μαλλιά ,

Ο βασιλιάς νεαρός ακόμα εκεί στο πλάι της .


Ηρθε η κερα-΄ΥΛΗ

Φωτοστεφανωμένη το ιερό

Και των λαμπάδων την τιμή .

<< Τιμή ; Την τιμή σας την έχω γραμμένη !

Πάρε δυο εκατομμύρια και βουλώστε το !>>

                  ΄Ηρθε ο μεσίρε Αλφόνσο

Κι έφυγε με καράβι για Φερράρα

Και πέρασε δίχως να βγάλει άχνα .


΄Οπου το λαξέψαμε στο μέταλλο

Δουλεύοντας ναό φαναίου Καίσαρα :

                  Στον πρίγκιπα Τσέζαρε Βοργία

                  δούκα Βαλεντινίου και Αιμιλίας

...κι έφερα εδώ χαράκτες γραμμάτων

και τυπογράφους όχι αγοραίους , ούτε της σειράς

                    ( in Fano Caesaris )

άξιους συνθέτες , φημισμένους

και ειδικό στοιχειοχύτη ελληνικών κι εβραικών ,

ονόματι μεσίρε Φρανσέσκο ντα Μπολόνια ,

όχι μονάχα για συνήθεις χαρακτήρες παρά επινόησε

νέο τύπο στοιχείων , τα λεγόμενα κυρτα ή καγκελαρίας

και δεν ήταν ο ΄Αλντους μήτε άλλος κανείς παρά

αυτός ο Φρανσέσκο που τα χάραξε όλα του ΄Αλντους , στοιχεία

εγνωσμένης χάρης και γοητείας

Hieronymous Soncinus 7η Ιουλίου 1503 .

όσο για την πηγή μας

είναι κείμενο του μεσίρε Λωρέντιους

κι ένας κώδιξ , άλλοτε των αφεντάδων Μαλατέστα ...


Και τον Αύγουστο της χρονιάς εκείνης πέθανε ο πάπας

                              Αλέξανδρος  Βοργίας ,

                                    II Papa mori .


                                     Explicit canto

                                            XXX


Μετάφραση : Γιώργος Βάρσος

Η φώτο από : famous poets and poems

WISLAWA SZYMBORSKA : ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011



΄Ισως νομίζετε πως το δωμάτιο του αυτόχειρα να ήταν άδειο

κι όμως υπήρχαν εκεί τρία καθίσματα με σκληρό ερεισίνωτο .

Μια λυχνεία , πάνω στο γραφείο , ο χαρτοφύλακας , οι εφημερίδες ,

Ο γαλήνιος Βούδας και ο θλιμμένος Ιησούς .

Επτά ελέφαντες φυλαχτό , και μες στο συρτάρι η ατζέντα .

΄Ισως νομίζετε πως τώρα πια να έλειπαν οι διευθύνσεις μας ;


Νομίζετε να έλειπαν βιβλία , πίνακες , δίσκοι ;

Κι εκεί ήταν μια μικρή παρηγορητική σάλπιγγα μέσα σε μαύρα χέρια .

Το σαξίφραγκον με το αγαπητό λουλουδάκι .

Η χαρά ακτινοβολεί απ' αυτά .

Πάνω στο Οδύσσειο ράφι μες στον επανορθωτή ύπνο

ύστερα απ' τους κόπους του πέμπτου άσματος .

Οι ηθικολόγοι

τα γραμμένα με επιχρυσωμένες συλλαβές επίθετα

πάνω σε ωραίες ράχες επιδιορθωμένες .

Οι πολιτικοί ακολουθούσαν από κοντά στητοί .


Και όμως φαίνεται να είχε το δωμάτιο κάποια έξοδο,

τουλάχιστον από την πόρτα

και κάποια προοπτική , τουλάχιστον απ' το παράθυρο .

Τα γυαλιά για να κοιτάζει μακριά , παρέμεναν στο πρεβάζι .

Μια μύγα βούιζε , δηλαδή είτανε ζωντανή .


Νομίζετε τουλάχιστον να διαβωτίζει κάτι η επιστολή ;

Και αν σας πω ότι δεν υπήρχε επιστολή ;

κι εμείς οι φίλοι , αναβρεθήκαμε όλοι εκεί

μέσα στο άδειο φάκελο απέναντι στο ποτήρι .

Μετάφραση : ΑΛΚΗ ΤΣΕΛΕΝΤΗ

Από την ποιητική συλλογή

<<Wielka Liczba>> Varsavia , 1976

πηγή : Δώδεκα Πολωνίδες Ποιήτριες

Εκδόσεις '' Δωδώνη ''

Η φώτο από : A LONGHOUSE BIRDHOUSE


Γιώργος Βλάχος :ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ , ΑΘΗΝΑ , ΠΕΚΙΝΟ

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ , ΑΘΗΝΑ , ΠΕΚΙΝΟ

Νέα Υόρκη , Αθήνα , Πεκίνο ,

μαστούρα , μπαζούκας , πορείες

Του κόσμου τα νήματα λύνω

κι ακροβατώ σε ροζ ιστορίες .


Αστέρια , σταυροί και δρεπάνια ,

κοιλαράδες , φτωχοί , μανιφέστα

Τον κόσμο σταυρώνουν τσογλάνια

κι από πάνω ζητάνε τα ρέστα .


Σατανάδες , ντυμένοι ηγέτες ,

απ' τις οθόνες  μοιράζουν καρβέλια

Την Ειρήνη βυζαίνουν ικέτες

και την αγάπη μου ντύνουν κουρέλια .


Στου πλανήτη το άδειο στομάχι

τα ζάρια τους ρίχνουνε φαύλοι ,

κι αναρωτιέμαι το τέλος που θα' χει

η παρτίδα που παίζουνε φαύλοι .


ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΠΡΙΝ 20 ΧΡΟΝΙΑ

Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο...

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο

Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο

εγώ τη βρίσκω με Μπουκόβσκι

με τις '' Γυναίκες '' του και το '' Ταχυδρομείο ''

και συ το παίζεις Μαγιακόβσκι.


Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο

Εσύ μιλάς για Ντοστογιέφσκι

κι εγώ συνάλλαγμα μετράω στο ταμείο

για το ταξίδι μου στη Λέβσκη .


Αλλάξανε μωρό μου οι καιροί

κι από τα μάτια μας εδιώξαμε το πούσι

- οι προλετάριοι εγίνανε αστοί -

κι ετοιμάσου για να πάμε στον Πανούση .


Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο

εγώ τη βρίσκω με σαμπάνια

με τις τσάρκες μου στου ΄Αρη το μνημείο

και με το σέρφινγκ μου στα μπάνια .


Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο

εσύ μιλάς για το Σπινόζα

για το '' Κεφάλαιο '' που το 'βαλαν στ' αρχείο

και γω να ρεύομαι γκαζόζα .





ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ Η' - ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ














 

Απόσπασμα


Μεσ' στις παινεμές χώρες , Χώρα

παινεμένη , θάρθη κι η ώρα ,

και θα πέσης , κι από σέν' απάνου η Φήμη

το στερνό το σάλπισμα της θα σαλπίση

σε βοριά κι ανατολή , νοτιά και δύση .


Πάει το ψήλος σου , το χτίσμα σου συντρίμμι .

Θάρθη κ' η ώρα εσένα είταν ο δρόμος

σε βοριά κι ανατολή , νοτιά και δύση ,

σαν το δρόμο του ήλιου γέρνεις όμως

το πρωί για να σε δε θα γυρίση .



Και θα σβήσης καθώς σβήνουνε λιβάδια

από μάισσες φυτρωμένα με γητιές

πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια

κι από δροσοσταλαματιές

θα σε κλαίν' τα κλαψοπούλια στ' άχνα βράδια

και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές .


Και την έκοβε του οχτρού σου την ορμή

και της χυτής σου της φωτιάς το θάμα

και στο κάστρο σου σπρωγμέν' η Ανατολή

λυσσομάναε με τη Δύση αντάμα .

Και κρατούσες των αρμάτων την πλυμμύρα ,

κι ορθός κι άσειστος της δυναμής σου ο κάβος

λυγισμένοι ομπρός σου

να κι ο Τούρκος , να κι ο Φράγκος , να κι ο Σλάβος .

Στην χυτή σου τη φωτιά , ώ! τι μοίρα !

καιρούς κ' αιώνες έκαιες τον οχτρόσου

στη χυτή σου τη φωτιά , ώ !  τι μοίρα !

μόνη σου θα πέσης να καής ,

τρισαπελασμένη της ζωής .


Και χορό τριγύρω σου στήνουν

με βιολιά και με ζουρνάδες

γύφτοι , οβραίοι , αράπηδες , πασάδες ,

και τα γόνατα οι τρανοί σου θα λυγίσουν ,

και θα γίνουν των ραγιάδων οι ραγιάδες

και τ' αγόρια σου τ' αγνά θα τα μολέψουν

με τ' αγκάλιασμα τους οι σουλτάνοι ,

και τα λείψαανα σου θα στα κλέψουν

οι ζητιάνοι .


Χώρα τρισκατάρατη , απ' τα ύψη

σε ποια βύθη , χώρα αμαρτωλή !

Και κανένας να σου δώση δε θα σκύψη

του θανάτου το στερνό φιλί .


Και το πέσιμό σου θα βροντήξη

κι ένα μοιρολόι σου θα ουρλιάση

και το μοιρολόι σου θα το πνίξη

από πάνω σου αλαλάζοντας μια πλάση .

Μια καινούργια πλάση , μια γεννήτρα

θα φουντώση απ' τα χαλάσματά σου ,

κάθε δύναμης και χάρης σου απαρνήτρα ,

διαλαλήτρα μοναχά της ασκημιά σου .

Πλάση αταίριαστη μ' εσέ και ξένη ,

κι ας την έχης με το γάλα σου ποτίσει

την πατάει τη στέρφα γη σου και διαβαίνει ,

κι όπου πάτησε αναβρύζει και μια βρύση .


Κ' η Ψυχή σου , ώ Πολιτεία

κολασμένη από την αμαρτία ,

νεκρή αφήνοντας εσένα

θα πλανιέσαι κυνηγώντας άλλη γέννα .

Σάμπως να είναι πουλημένη σε δαιμόνους ,

θα σπαράζη και θα πλέη μεσ' στα σκοτάδια ,

και ίσκιος θα είναι μέσα στ' άδεια ,

μεσ' στην άβυσο μια βάρκα

κι ο ίσκιος ύστερα θα παίρνει σάρκα

κ' η βάρκα ύστερα θα φτάνη

σε ξεσκέπαστο ανεμόδαρτο λιμάνι .

Και θα ζης ξανά στους τόπους και στους χρόνους

και στις ιστορίες των εθνών

και στους κύκλους των αιώνων

θα μοιρολογάς , των ξεπεσμών

ώ ψυχή , και των αδόξαστων αγώνων .

Κ' η ψυχή σου , Πολιτεία καταραμένη ,

δε θα ' βρη ν' αναπαυτή

του Κακού τη σκάλα από σκαλί

σε σκαλί θα τήνε κατεβαίνη ,

κι όπου πάη κι όπου σταθή ,

σε κορμί χειρότερο θα μπαίνη .


Και θάρθη μια μέρα , μαύρη μέρα !

Και η ψυχή σου , ώ Πολιτεία ,

θα κατασταλάξη πέρα , πέρα

στη καμαρωμένη Γη ,

στου ήλιου τη χαρά , στ' Απρίλη τον αέρα .

Και στο φως θα βγη

και ξαφνίζοντας τον ήλιο ,

σα θρεμμένο απ' το δικόσ ου αίμα ,

ένα γέλιο , ένα παράλλαμα , ένα ψέμα ,

ένα κλάμα , ένα Β Α Σ Ι Λ Ε Ι Ο .


Ο δικέφαλος αιτός σου να ! μακριά

μακριά πέταξε με τ' άξια και με τ' άγια

και θα ισκιώσουν τα τετραπλατα φτερά

λαούς άλλους  , κορφές άλλες , άλλα πλάγια .

Προς τη Δύση και προς Βοριά

την κορώνα φέρνει , και κρατά

- και τα νύχια του είν ' αρπαγιά -

και τη δόξα και τη δύναμη κρατά

και το γέλιο , και το ψέμα το Βασίλειο

που γεννήθηκε από σένα μεσ' στον ήλιο ,

κοίτα , Θεέ ! θα σέρνεσαι μπροστά

σα μπαλσαμωμένη κουκουβάγια .

Μ' όλα  σου δε θα ζη μεγαλωσύνη ,

κ' οι προφήτες που θα προσκυνά ,

νάνοι και αρλεκίνοι .

Και σοφοί του κριτάδες

του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι ,

και διαφεντευτάδες

κυβερνήτες του ευνούχοι .


Και θα φύγης κι απ' το σάπιο το κορμί ,

ω ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα ,

και δε θάβρη το κορμί μια σπιθαμή

μεσ' στη γη για νατην κάμη μνήμα ,

κι άθαφτο θα μείνη το ψοφήμι ,

να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά ,

κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη

κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά .


΄Οσο να σε λυπηθή

της αγάπης ο Θεός ,

και να ξημερώση μιαν αυγή ,

και να σε καλέση ο λυτρωμός ,

ω ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα !

Και θ' ακούσης τη φωνή του λυτρωτή ,

θα γθυθής της αμαρτίας το ντύμα  ,

και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή

θα σαλέψης σαν τη χλόη , σαν το πουλί ,

σαν τον κόρφο το γυναικείο , σαν το κύμα ,

και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί

να κατρακυλήσεις βαθιά

στου Κακού τη σκάλα -

για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί

θα αιστανθής να σου φυτρώσουν , ω χαρά !

τα φτερά ,

τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα !


ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ


η φώτο απο τον ερευνητή της Βέροιας

Γιωργος Βλάχος : 3 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΜΠΡΕΛΑ

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011




Γιώργος Βλάχος : 3 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΜΠΡΕΛΑ

Ταξιδεύω μέσα από πράσινους πανσέληνους ...;

Ταξιδεύω μέσα από πράσινους πανσέληνους ,

λειβάδια αστεριών , επίγειους Γαλαξίες ,

θαλάσσια και επουράνια ρεύματα .

Και στο γιόμα της ΄Ανοιξης ,

ένα κόκκινο ποτάμι έρωτα

βρέχει της εκβολές μου .

27.10.2000

Ο έρωτας είναι πιονέρος ...;

Ο έρωτας είναι πιονέρος

στη κόκκινη πλατεία των στίχων .

Ανδαλουσιανός παρτιζάνος

με το ' να χέρι στο Θεό

και τ' άλλο στην Ειρήνη .

17.11.2000

Δεν θ' αφήσω πίσω μου κουράδες ...;

Δεν θ' αφήσω πίσω μου

κουράδες κατεψυγμένων

προιόντων , ιδέες σήψης ,

αρτοποιήματα μουχλιασμένα σε προθήκες ,

αρώματα-λόγια ,

θνητούς χαφιέδες , διψασμένους θεούς ,

ανέραστες πόρνες και εικόνες .

Δεν θα αφήσω πίσω μου

δακρυσμένους ήλιους , προλετάριες μέρες ,

σοφούς πεινασμένους

και την Ορθοδοξία να λιβανίζει

το Σοφοκλή και τη Σοφοκλέους

26.9.2000

Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο

λογοτεχνικό περιοδικό " ΟΜΠΡΕΛΑ"

ΙΟΥΝΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2004