Ο Ποιητής στ' απόσπασμα βράδυ με πανσέληνο

Δεν έχω visa για την ελευθερία


ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ : Οι ποιητές των ποιητών δεν ήταν ποιητές /Los poetas de poetas

Γενιά μου ανάπηρη κοίτα σε μένα

την κατάντια σου σα σε καθρέφτη και

χειρονόμα όπως εγώ με δίχως χέρια

δίχως ασπίδα δίχως αύριο


ΛΕΦΤΕΡΗΣ  ΠΟΥΛΙΟΣ




΄Οταν η νύχτα

γεννάει

νύχτα

και

το

μηδέν

παράγει

μηδενικά

σε

ρείθρο

της

Σόλωνος

αποστεωμένη

ποίηση

τραγουδάει

και

Ο

Χαρούλης

Βραβεύει

Κωστάκη

Ο Κωστάκης

Βραβεύει

Κικίτσα

Η Κικίτσα

Βραβεύει

Αντώνη

Ο Αντώνης

Βραβεύει

Θανάση

Ο Θανάσης

Βραβεύει

Γιάννη

Λευτέρη

Γιώργο

κου λου που

κου λου που

και 

η 

ποίηση

αγάπη 

μου

με τόσο

γλείψιμο

γλίστρησε

έξω

από

τη 

ρίμα .


Διογένης Γαλήνης

15-8-2011




ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ : ΑΝΕΡΓΟΙ

Του εργοστασίου η πόρτα είναι από σίδερο . ΄Εχει

στο μέσο δυο κάγκελα . Πίσω απ' τα κάγκελα

δυο μάτια που σφάζουν . Ο επιστάτης κοιτάζει

την ουρά των ανθρώπων που στέκονται απ' έξω -

μια σειρά σταυρωμένα χέρια και πρόσωπα .

Κάνουν μια κίνηση όλοι μαζί ,

στυλώνουν τ' αυτιά , κρατούν την ανάσα ν' ακούσουν .

<< Μεσημέριασε . Ο κύριος διευθυντής δεν θα ρθει .

Αύριο πάλι . Πρωί . Πιο πρωί >> .

Και φεύγουν σκυφτοί . Περπατώντας , κοιτάζουνε γύρω τους ,

σα να ψάχνουνε όχι να ψάξουν για τίποτα .

Να ρίξουν τα χέρια τους .






ANNE SEXTON : OI ΒΟΜΒΙΣΤΕΣ


alt


Είμαστε η Αμερική

Είμαστε αυτοί που τα φέρετρα γιομίζουν

Είμαστε μπακάληδες θανάτων .

Τους συσκευάζουμε σε καφάσια σαν σκουπίδια


Η μπόμπα ανοίγει σαν κουτί παπουτσιών .

Και το παιδί ;

Το παιδί δεν χασμουριέται βέβαια .

Και η γυναίκα ;

Η γυναίκα λούζει την καρδιά της .

Της την ξεκόλλησαν

κι επειδή είναι καμένη

και σαν μια πράξη τλευταία

την ξεπλένει στο ποτάμι .

Αυτό ε΄ναι το παζάρι του θανάτου .


Αμερική

που είναι τα δικαιολογητικά σου ;


πηγή : Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές

η φώτο : Anchorage Stream


GREGORY CORSO : OΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΟΤΟΣΤΟΠ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟ

alt 

1930- 7.1.2001


Και βέβαια προσπάθησα να του το πω

αλλά εκείνος στροβίλισε το κεφάλι του

χωρίς καμιά δικαιολογία .

Του ' πα ότι ο ουρανός κυνηγάει τον ήλιο

χαμογέλασε και είπε :

Ποιο το όφελος .

΄Ενιωθα σα δαίμονας πάλι

΄Ετσι είπα : Αλλά το πέλαγο κυνηγάει το ψάρι .

Τούτη τη φορά γέλασε και είπε :

Φαντάσου τη φράουλα χωμένη στο βουνό .

Μετά απ' αυτό ήξερε πια

ότι ο πόλεμος είχε αρχίσει .

Και πολεμήσαμε .

Είπε : Το κάρο με τα μήλα

σαν άγγελος σκουπόξυλο

σπάει και σχίζει

Ολανδέζικα ξυλοπάπουτσα -

Είπα : Κεραυνός θα χτυπήσει τη γριά βαλανιδιά

και θα ελευθερώσει τους ατμούς .

Είπε : Δρόμος τρελός χωρίς όνομα !

Είπα : Φαλακρέ φονιά ! Φαλακρέ φονιά ! Φαλακρέ φονιά !

Είπε , τρελός από θυμό :

           Σόμπες ! Γκάζι ! Καναπές !

Εγώ είπα χαμογελώντας μόνο :

            Ξέρω πως ο Θεός θα ' στρεφε την κεφαλή του

            αν ήσυχα καθόμουν να σκεφτώ .

Τελειώσαμε λιώνοντας αργά

μιλώντας αέρα .


Πηγή : Σύγχρονοι Αμερικάνοι Ποιητές

Μετάφραση :ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ -ΡΟΥΚ

Η φώτο από : WIKIPEDIA


WISLAWA SZYMBORSKA : ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ


alt


΄Ισως νομίζετε πως το δωμάτιο του αυτόχειρα να ήταν άδειο

κι όμως υπήρχαν εκεί τρία καθίσματα με σκληρό ερεισίνωτο .

Μια λυχνεία , πάνω στο γραφείο , ο χαρτοφύλακας , οι εφημερίδες ,

Ο γαλήνιος Βούδας και ο θλιμμένος Ιησούς .

Επτά ελέφαντες φυλαχτό , και μες στο συρτάρι η ατζέντα .

΄Ισως νομίζετε πως τώρα πια να έλειπαν οι διευθύνσεις μας ;


Νομίζετε να έλειπαν βιβλία , πίνακες , δίσκοι ;

Κι εκεί ήταν μια μικρή παρηγορητική σάλπιγγα μέσα σε μαύρα χέρια .

Το σαξίφραγκον με το αγαπητό λουλουδάκι .

Η χαρά ακτινοβολεί απ' αυτά .

Πάνω στο Οδύσσειο ράφι μες στον επανορθωτή ύπνο

ύστερα απ' τους κόπους του πέμπτου άσματος .

Οι ηθικολόγοι

τα γραμμένα με επιχρυσωμένες συλλαβές επίθετα

πάνω σε ωραίες ράχες επιδιορθωμένες .

Οι πολιτικοί ακολουθούσαν από κοντά στητοί .


Και όμως φαίνεται να είχε το δωμάτιο κάποια έξοδο,

τουλάχιστον από την πόρτα

και κάποια προοπτική , τουλάχιστον απ' το παράθυρο .

Τα γυαλιά για να κοιτάζει μακριά , παρέμεναν στο πρεβάζι .

Μια μύγα βούιζε , δηλαδή είτανε ζωντανή .


Νομίζετε τουλάχιστον να διαβωτίζει κάτι η επιστολή ;

Και αν σας πω ότι δεν υπήρχε επιστολή ;

κι εμείς οι φίλοι , αναβρεθήκαμε όλοι εκεί

μέσα στο άδειο φάκελο απέναντι στο ποτήρι .

Μετάφραση : ΑΛΚΗ ΤΣΕΛΕΝΤΗ

Από την ποιητική συλλογή

<<Wielka Liczba>> Varsavia , 1976

πηγή : Δώδεκα Πολωνίδες Ποιήτριες

Εκδόσεις '' Δωδώνη ''

Η φώτο από : A LONGHOUSE BIRDHOUSE



Γιώργος Βλάχος :ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ , ΑΘΗΝΑ , ΠΕΚΙΝΟ

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ , ΑΘΗΝΑ , ΠΕΚΙΝΟ

Νέα Υόρκη , Αθήνα , Πεκίνο ,

μαστούρα , μπαζούκας , πορείες

Του κόσμου τα νήματα λύνω

κι ακροβατώ σε ροζ ιστορίες .


Αστέρια , σταυροί και δρεπάνια ,

κοιλαράδες , φτωχοί , μανιφέστα

Τον κόσμο σταυρώνουν τσογλάνια

κι από πάνω ζητάνε τα ρέστα .


Σατανάδες , ντυμένοι ηγέτες ,

απ' τις οθόνες  μοιράζουν καρβέλια

Την Ειρήνη βυζαίνουν ικέτες

και την αγάπη μου ντύνουν κουρέλια .


Στου πλανήτη το άδειο στομάχι

τα ζάρια τους ρίχνουνε φαύλοι ,

κι αναρωτιέμαι το τέλος που θα' χει

η παρτίδα που παίζουνε φαύλοι .

alt

ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΠΡΙΝ 20 ΧΡΟΝΙΑ

Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο...

Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο

Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο

εγώ τη βρίσκω με Μπουκόβσκι

με τις '' Γυναίκες '' του και το '' Ταχυδρομείο ''

και συ το παίζεις Μαγιακόβσκι.


Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο

Εσύ μιλάς για Ντοστογιέφσκι

κι εγώ συνάλλαγμα μετράω στο ταμείο

για το ταξίδι μου στη Λέβσκη .


Αλλάξανε μωρό μου οι καιροί

κι από τα μάτια μας εδιώξαμε το πούσι

- οι προλετάριοι εγίνανε αστοί -

κι ετοιμάσου για να πάμε στον Πανούση .


Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο

εγώ τη βρίσκω με σαμπάνια

με τις τσάρκες μου στου ΄Αρη το μνημείο

και με το σέρφινγκ μου στα μπάνια .


Στ' απέραντο αυτό φρενοκομείο

εσύ μιλάς για το Σπινόζα

για το '' Κεφάλαιο '' που το 'βαλαν στ' αρχείο

και γω να ρεύομαι γκαζόζα .

alt





ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ Η' - ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ

alt














 

Απόσπασμα


Μεσ' στις παινεμές χώρες , Χώρα

παινεμένη , θάρθη κι η ώρα ,

και θα πέσης , κι από σέν' απάνου η Φήμη

το στερνό το σάλπισμα της θα σαλπίση

σε βοριά κι ανατολή , νοτιά και δύση .


Πάει το ψήλος σου , το χτίσμα σου συντρίμμι .

Θάρθη κ' η ώρα εσένα είταν ο δρόμος

σε βοριά κι ανατολή , νοτιά και δύση ,

σαν το δρόμο του ήλιου γέρνεις όμως

το πρωί για να σε δε θα γυρίση .



Και θα σβήσης καθώς σβήνουνε λιβάδια

από μάισσες φυτρωμένα με γητιές

πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια

κι από δροσοσταλαματιές

θα σε κλαίν' τα κλαψοπούλια στ' άχνα βράδια

και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές .


Και την έκοβε του οχτρού σου την ορμή

και της χυτής σου της φωτιάς το θάμα

και στο κάστρο σου σπρωγμέν' η Ανατολή

λυσσομάναε με τη Δύση αντάμα .

Και κρατούσες των αρμάτων την πλυμμύρα ,

κι ορθός κι άσειστος της δυναμής σου ο κάβος

λυγισμένοι ομπρός σου

να κι ο Τούρκος , να κι ο Φράγκος , να κι ο Σλάβος .

Στην χυτή σου τη φωτιά , ώ! τι μοίρα !

καιρούς κ' αιώνες έκαιες τον οχτρόσου

στη χυτή σου τη φωτιά , ώ !  τι μοίρα !

μόνη σου θα πέσης να καής ,

τρισαπελασμένη της ζωής .


Και χορό τριγύρω σου στήνουν

με βιολιά και με ζουρνάδες

γύφτοι , οβραίοι , αράπηδες , πασάδες ,

και τα γόνατα οι τρανοί σου θα λυγίσουν ,

και θα γίνουν των ραγιάδων οι ραγιάδες

και τ' αγόρια σου τ' αγνά θα τα μολέψουν

με τ' αγκάλιασμα τους οι σουλτάνοι ,

και τα λείψαανα σου θα στα κλέψουν

οι ζητιάνοι .


Χώρα τρισκατάρατη , απ' τα ύψη

σε ποια βύθη , χώρα αμαρτωλή !

Και κανένας να σου δώση δε θα σκύψη

του θανάτου το στερνό φιλί .


Και το πέσιμό σου θα βροντήξη

κι ένα μοιρολόι σου θα ουρλιάση

και το μοιρολόι σου θα το πνίξη

από πάνω σου αλαλάζοντας μια πλάση .

Μια καινούργια πλάση , μια γεννήτρα

θα φουντώση απ' τα χαλάσματά σου ,

κάθε δύναμης και χάρης σου απαρνήτρα ,

διαλαλήτρα μοναχά της ασκημιά σου .

Πλάση αταίριαστη μ' εσέ και ξένη ,

κι ας την έχης με το γάλα σου ποτίσει

την πατάει τη στέρφα γη σου και διαβαίνει ,

κι όπου πάτησε αναβρύζει και μια βρύση .


Κ' η Ψυχή σου , ώ Πολιτεία

κολασμένη από την αμαρτία ,

νεκρή αφήνοντας εσένα

θα πλανιέσαι κυνηγώντας άλλη γέννα .

Σάμπως να είναι πουλημένη σε δαιμόνους ,

θα σπαράζη και θα πλέη μεσ' στα σκοτάδια ,

και ίσκιος θα είναι μέσα στ' άδεια ,

μεσ' στην άβυσο μια βάρκα

κι ο ίσκιος ύστερα θα παίρνει σάρκα

κ' η βάρκα ύστερα θα φτάνη

σε ξεσκέπαστο ανεμόδαρτο λιμάνι .

Και θα ζης ξανά στους τόπους και στους χρόνους

και στις ιστορίες των εθνών

και στους κύκλους των αιώνων

θα μοιρολογάς , των ξεπεσμών

ώ ψυχή , και των αδόξαστων αγώνων .

Κ' η ψυχή σου , Πολιτεία καταραμένη ,

δε θα ' βρη ν' αναπαυτή

του Κακού τη σκάλα από σκαλί

σε σκαλί θα τήνε κατεβαίνη ,

κι όπου πάη κι όπου σταθή ,

σε κορμί χειρότερο θα μπαίνη .


Και θάρθη μια μέρα , μαύρη μέρα !

Και η ψυχή σου , ώ Πολιτεία ,

θα κατασταλάξη πέρα , πέρα

στη καμαρωμένη Γη ,

στου ήλιου τη χαρά , στ' Απρίλη τον αέρα .

Και στο φως θα βγη

και ξαφνίζοντας τον ήλιο ,

σα θρεμμένο απ' το δικόσ ου αίμα ,

ένα γέλιο , ένα παράλλαμα , ένα ψέμα ,

ένα κλάμα , ένα Β Α Σ Ι Λ Ε Ι Ο .


Ο δικέφαλος αιτός σου να ! μακριά

μακριά πέταξε με τ' άξια και με τ' άγια

και θα ισκιώσουν τα τετραπλατα φτερά

λαούς άλλους  , κορφές άλλες , άλλα πλάγια .

Προς τη Δύση και προς Βοριά

την κορώνα φέρνει , και κρατά

- και τα νύχια του είν ' αρπαγιά -

και τη δόξα και τη δύναμη κρατά

και το γέλιο , και το ψέμα το Βασίλειο

που γεννήθηκε από σένα μεσ' στον ήλιο ,

κοίτα , Θεέ ! θα σέρνεσαι μπροστά

σα μπαλσαμωμένη κουκουβάγια .

Μ' όλα  σου δε θα ζη μεγαλωσύνη ,

κ' οι προφήτες που θα προσκυνά ,

νάνοι και αρλεκίνοι .

Και σοφοί του κριτάδες

του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι ,

και διαφεντευτάδες

κυβερνήτες του ευνούχοι .


Και θα φύγης κι απ' το σάπιο το κορμί ,

ω ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα ,

και δε θάβρη το κορμί μια σπιθαμή

μεσ' στη γη για νατην κάμη μνήμα ,

κι άθαφτο θα μείνη το ψοφήμι ,

να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά ,

κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη

κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά .


΄Οσο να σε λυπηθή

της αγάπης ο Θεός ,

και να ξημερώση μιαν αυγή ,

και να σε καλέση ο λυτρωμός ,

ω ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα !

Και θ' ακούσης τη φωνή του λυτρωτή ,

θα γθυθής της αμαρτίας το ντύμα  ,

και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή

θα σαλέψης σαν τη χλόη , σαν το πουλί ,

σαν τον κόρφο το γυναικείο , σαν το κύμα ,

και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί

να κατρακυλήσεις βαθιά

στου Κακού τη σκάλα -

για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί

θα αιστανθής να σου φυτρώσουν , ω χαρά !

τα φτερά ,

τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα !


ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ


η φώτο απο τον ερευνητή της Βέροιας


Γιωργος Βλάχος : 3 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΜΠΡΕΛΑ

alt

alt




Γιώργος Βλάχος : 3 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΜΠΡΕΛΑ

Ταξιδεύω μέσα από πράσινους πανσέληνους ...;

Ταξιδεύω μέσα από πράσινους πανσέληνους ,

λειβάδια αστεριών , επίγειους Γαλαξίες ,

θαλάσσια και επουράνια ρεύματα .

Και στο γιόμα της ΄Ανοιξης ,

ένα κόκκινο ποτάμι έρωτα

βρέχει της εκβολές μου .

27.10.2000

Ο έρωτας είναι πιονέρος ...;

Ο έρωτας είναι πιονέρος

στη κόκκινη πλατεία των στίχων .

Ανδαλουσιανός παρτιζάνος

με το ' να χέρι στο Θεό

και τ' άλλο στην Ειρήνη .

17.11.2000

Δεν θ' αφήσω πίσω μου κουράδες ...;

Δεν θ' αφήσω πίσω μου

κουράδες κατεψυγμένων

προιόντων , ιδέες σήψης ,

αρτοποιήματα μουχλιασμένα σε προθήκες ,

αρώματα-λόγια ,

θνητούς χαφιέδες , διψασμένους θεούς ,

ανέραστες πόρνες και εικόνες .

Δεν θα αφήσω πίσω μου

δακρυσμένους ήλιους , προλετάριες μέρες ,

σοφούς πεινασμένους

και την Ορθοδοξία να λιβανίζει

το Σοφοκλή και τη Σοφοκλέους

26.9.2000

Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο

λογοτεχνικό περιοδικό " ΟΜΠΡΕΛΑ"

ΙΟΥΝΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2004


ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΠΟΤΙΕ : Η ΔΙΕΘΝΗΣ


alt


Εμπρός της γης οι κολασμένοι ,

της πείνας σκλάβοι εμπρός , εμπρός .

Το δίκιο απ' τον κρατήρα βγαίνει

σα βροντή , σαν κεραυνός .


Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια

τώρα εμείς οι ταπεινοί της γης ,

που ζούσαμε στην καταφρόνια

θα γίνουμε το παν εμείς .


Στον αγώνα ενωμένοι

κι ας μη λείψει κανείς .

Ω , νάτη μας προσμένη

στον κόσμο η Διεθνής !


Θεοί , αρχόντοι , βασιλιάδες ,

με πλάνα λόγια μας γελούν ,

της γης οι δούλοι και οι ραγιάδες

μοναχοί τους θα σωθούν .


Για να λείψουν τα δεσμά μας ,

για να πάψει πια η σκλαβιά ,

να νιώσουν πρέπει τη γροθιά μας

και της ψυχής μας τη φωτιά .


Στον αγώνα ενωμένοι

κι ας μη λείψει κανείς .

Ω , νάτη μας προσμένει

στον κόσμο η Διεθνής !


Τώρα πια κόρακες κι ακρίδες

δεν σκεπάζουν τον ουρανό

χρυσές ο ήλιος στέλνει αχτίδες

χαμόγελο παντοτεινό .


Κι αν θελήσουν να δοκιμάσουν

της ψυχής μας τους κεραυνούς

θα δούνε τότε , αν προφτάσουν ,

πως είναι σφαίρες μας γι' αυτούς .


Την '' Διεθνή '' έγραψε ο προλετάριος Ευγένιος Ποτιέ , ( 4.12ου 1816 - 8.11ου 1887 ,Παρίσι ),τον Ιούνη του 1871


Πηγή : Το ανταρτικό και το επαναστατικό τραγούδι

Εκδόσεις ΜΝΗΜΗ